Η μακρά τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Βλαντιμίρ Πούτιν την Τετάρτη, ήρθε να υπενθυμίσει πως ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει μια ανοιχτή πληγή που αιμορραγεί εδώ και τέσσερα χρόνια. Αν και η καταιγιστική επικαιρότητα του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να «εκτοπίσει» την Ουκρανία από τους τίτλους των ειδήσεων, οι δύο αυτές συγκρούσεις είναι άρρηκτα και «αόρατα» συνδεδεμένες.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν επισκίασε απλώς το ουκρανικό μέτωπο, αλλά άρχισε να τροφοδοτεί άμεσα τη ρωσική πολεμική μηχανή, αναδιαμορφώνοντας τις παγκόσμιες ισορροπίες.
Η αγωνία του Ζελένσκι
Ενώ το Κίεβο δέχεται μερικά από τα σφοδρότερα πλήγματα των τελευταίων ετών, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δεν κρύβει την ανησυχία του για τη μετατόπιση της αμερικανικής προσοχής στη Μέση Ανατολή.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο γερμανικό δίκτυο ZDF, ο Ουκρανός ηγέτης παραπονέθηκε ότι οι κορυφαίοι διαπραγματευτές των ΗΠΑ «Βρίσκονται συνεχώς σε επαφή με το Ιράν και δεν έχουν χρόνο για την Ουκρανία».
Η ανησυχία του δεν είναι μόνο διπλωματική αλλά και επιχειρησιακή.
Ο Ζελένσκι συνέδεσε την έλλειψη πυραύλων Patriot στην Ουκρανία με τις ανάγκες των συμμάχων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. «Εάν ο πόλεμος διαρκέσει περισσότερο, θα υπάρχουν λιγότερα όπλα για την Ουκρανία. Έχουμε τέτοιο έλλειμμα αυτή τη στιγμή, που δεν μπορεί να γίνει χειρότερο», επεσήμανε.
Λίγες ώρες αργότερα, ο Ζελένσκι τόνισε από το Όσλο πως τα ιρανικής κατασκευής drones «Shahed» γέμιζαν τον ουκρανικό ουρανό. «Ίσως εμπλακούν και πύραυλοι», πρόσθεσε.
Πράγματι, τα ξημερώματα της 15ης Απριλίου, η Ρωσία εξαπέλυσε μία από τις μεγαλύτερες επιθέσεις της, με εκατοντάδες drones και πυραύλους.
Μιλώντας στο CNN, σχολίασε πως δεν αποτελεί επιλογή για τη Δύση να πει ότι «θα μιλήσουμε για την Ουκρανία λίγο αργότερα», καθότι «Η Ουκρανία αντιμετωπίζει ήδη μια τόσο μεγάλη τραγωδία, που πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να το διαχειριστούμε παράλληλα».
«Αυτό που συμβαίνει γύρω από το Ιράν σήμερα δεν είναι ένας μακρινός πόλεμος για εμάς, λόγω της συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και Ιράν», τόνισε τον Απρίλιο.
Η σχέση της Ρωσίας με το Ιράν
Η συνάντηση που έλαβε χώρα στην Αγία Πετρούπολη στις 27 Απριλίου 2026 μεταξύ του Βλαντιμίρ Πούτιν και της ιρανικής αντιπροσωπείας υπό τον υπουργό Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, αποκαλύπτει το πραγματικό βάθος της συμμαχίας των δύο χωρών.
Η εμπλοκή της Ρωσίας με το Ιράν δεν επικεντρώνεται σε μια άμεση στρατιωτική επέμβαση στο πεδίο της μάχης, αλλά σε μια εμβάθυνση της στρατηγικής σχέσης με άξονα τις πληροφορίες και τη γεωπολιτική σταθερότητα σε βάθος δεκαετιών.
Τα πρόσωπα-κλειδιά
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνθεση της ρωσικής πλευράς στη συνάντηση. Πέρα από τον Ρώσο ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ, το παρόν έδωσαν ο Γιούρι Ουσάκοφ, κορυφαίος σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής, και ο Ιγκόρ Κοστιουκόφ, επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών της Μόσχας (GRU).
Η παρουσία του Κοστιουκόφ είναι «άτυπη» για καθαρά διπλωματικές επαφές και υποδηλώνει μια μετατόπιση της συνεργασίας πέρα από την πολιτική στήριξη.
«Η παρουσία του επικεφαλής της Ρωσικής Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών υποδηλώνει εστίαση σε τεχνικο-στρατιωτική συνεργασία και ζητήματα που σχετίζονται με τις πληροφορίες, υπονοώντας ότι η διμερής αλληλεπίδραση περιλαμβάνει πλέον ενεργή ανταλλαγή πληροφοριών», σημειώνει σε ανάλυση του η SpecialEurasia.
Η σχέση των δύο χωρών βασίζεται σε μια αμοιβαία ανάγκη που σφυρηλατήθηκε στα πεδία της Ουκρανίας.
Η Ρωσία χρειάζεται την παραγωγική ικανότητα του Ιράν -κυρίως για drones τύπου Shahed και βαλλιστικούς πυραύλους- ενώ σε αντάλλαγμα, η Τεχεράνη λαμβάνει στήριξη που δεν εξαντλεί τα ρωσικά αποθέματα: δορυφορική αναγνώριση στόχων και προηγμένα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου.
Επιπλέον, η Ρωσία προσφέρει στο Ιράν την πολύτιμη επιχειρησιακή εμπειρία που απέκτησε στην Ουκρανία αντιμετωπίζοντας δυτικά συστήματα, ενισχύοντας την ασύμμετρη αμυντική στρατηγική της Τεχεράνης.
Γιατί η Ρωσία δεν επεμβαίνει στρατιωτικά;
Παρά την «Ολοκληρωμένη Συνθήκη Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης» που υπέγραψαν οι δύο χώρες, η Μόσχα δεν δεσμεύεται για αμοιβαία αμυντική συνδρομή.
Το SpecialEurasia εξηγεί πως η ρωσική «αδράνεια» απέναντι στις επιθέσεις των ΗΠΑ και Ισραήλ, η οποία ερμηνεύεται ως απώλεια αξιοπιστίας, είναι στην πραγματικότητα μέρος της λεγόμενης «στρατηγικής υπομονής».
«Ενώ αυτοί που αποφασίζουν στη Δύση συχνά αντιδρούν στον κύκλο των ειδήσεων επιδιώκοντας άμεσα αποτελέσματα, το Κρεμλίνο συνήθως έχει έναν διαφορετικό ορίζοντα γεωπολιτικού σχεδιασμού, υπολογίζοντας σε κύκλους δεκαετιών», αναφέρει η SpecialEurasia, η οποία ειδικεύεται στα γεωπολιτικά και την εκτίμηση κινδύνων.
Η Μόσχα επιλέγει να διατηρήσει τον ρόλο του μεσολαβητή και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του Ιράν χωρίς να διακινδυνεύσει μια απευθείας σύγκρουση, προωθώντας παράλληλα μια ευρύτερη ευρασιατική στρατηγική μέσω σχημάτων όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης.
Το οικονομικό «δώρο» στον Πούτιν
Ο πόλεμος στο Ιράν αποδείχθηκε μια απρόσμενη οικονομική σωσίβια λέμβος για το Κρεμλίνο.
Με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και την εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου, η κυβέρνηση Τραμπ αναγκάστηκε να εκδώσει εξαιρέσεις (waivers) για την αγορά ρωσικού αργού, προκειμένου να συγκρατήσει τις τιμές στις ΗΠΑ.
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά: τα έσοδα της Ρωσίας από το πετρέλαιο εκτινάχθηκαν από τα 9,7 δισ. δολάρια τον Φεβρουάριο στα 19 δισ. δολάρια τον Μάρτιο.
Η Τατιάνα Μίτροβα του Πανεπιστημίου Κολούμπια επισημαίνει: «Το στρατηγικό κόστος ήταν ότι δόθηκαν στη Μόσχα περισσότερα μετρητά, ανθεκτικότητα και περιθώριο να συνεχίσει τον πόλεμό της και την ατζέντα της εξωτερικής της πολιτικής».
Η γεωπολιτική αντεπίθεση της Ρωσίας
Βλέποντας τις ΗΠΑ να εγκλωβίζονται σε ένα μέτωπο που ίσως αποδειχθεί μεγαλύτερο από όσο μπορούν να διαχειριστούν, η Μόσχα βρήκε την ευκαιρία να επανακάμψει.
Η Χάνα Νότε, διευθύντρια του προγράμματος Ευρασίας στο Κέντρο Τζέιμς Μάρτιν, σημειώνει πως ο πόλεμος στο Ιράν «Εκθέτει μια συγκεκριμένη αδυναμία των ΗΠΑ, μια συγκεκριμένη ανικανότητα, ότι η στρατιωτική δράση των ΗΠΑ δεν εξελίσσεται σύμφωνα με το σχέδιο».
Η ρωσική προπαγάνδα εκμεταλλεύεται την αίσθηση ότι η κυβέρνηση Τραμπ «δάγκωσε μεγαλύτερη μπουκιά από όση μπορεί να μασήσει με το Ιράν», ένα αφήγημα που, σύμφωνα με τη Νότε, είναι «ευπρόσδεκτο από τη ρωσική πλευρά».
Η Ευρώπη σε τεντωμένο σχοινί
Ο πόλεμος στο Ιράν προκάλεσε επίσης τριγμούς στις σχέσεις ΗΠΑ και Ευρώπης, με τον Ντόναλντ Τραμπ να κατηγορεί τους συμμάχους του ΝΑΤΟ ότι δεν παραχώρησαν βάσεις και πλοία για τη στρατιωτική επιχείρησή του κατά της Τεχεράνης.
«Οι φιλοπόλεμοι της Βρετανίας και της ΕΕ δείχνουν πόσο βαθιά αντι-Τραμπ είναι πραγματικά. Προσπάθησαν να το κρύψουν για πολύ καιρό, αλλά τώρα όλοι μπορούν να το δουν», σχολίασε ο ειδικός απεσταλμένος της Ρωσίας, Κιρίλ Ντμίτριεφ.
Εξάλλου, η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ, Κάγια Κάλας, προειδοποίησε για την αλληλεξάρτηση των μετώπων.
«Αυτοί οι πόλεμοι είναι σε μεγάλο βαθμό αλληλένδετοι. Εάν η Αμερική θέλει να σταματήσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, θα πρέπει επίσης να ασκήσει πίεση στη Ρωσία, ώστε να μην είναι σε θέση να τους βοηθήσει», είπε χαρακτηριστικά.
Το «αντίστροφο» αναπτυξιακό σοκ
Πέρα από τα οπλικά συστήματα και τις συμμαχίες, ο αντίκτυπος είναι ανθρωπιστικός και παγκόσμιος.
Ο Αλεξάντερ Ντε Κρου, ο οποίος ηγείται του Προγράμματος Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), προειδοποιεί ότι έως και 32 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως κινδυνεύουν να πέσουν στην φτώχεια λόγω των ενεργειακών τιμών.
«Ο πόλεμος είναι η ανάπτυξη σε αντίστροφη πορεία. Ό,τι χτίζεις σε δεκαετίες, μπορείς να το καταστρέψεις σε επτά εβδομάδες πολέμου», τόνισε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι επιπτώσεις θα προκαλέσουν μεταναστευτικές ροές από «μια πληγείσα περιοχή σε μια άλλη πληγείσα περιοχή», προσθέτοντας πίεση σε περιοχές «που είναι ήδη αρκετά τεταμένες».
Αναδιάταξη συμμαχιών στη Μέση Ανατολή
Μεταξύ άλλων, ο πόλεμος στο Ιράν έχει οδηγήσει και τις χώρες του Κόλπου να επανεξετάσουν τις συμμαχίες τους.
«Υπάρχει μεγάλη ανησυχία για μια ιεραρχία συμμαχιών μεταξύ ΗΠΑ–Ισραήλ και ΗΠΑ–κρατών του Κόλπου, με το Ισραήλ να βρίσκεται ψηλότερα», τόνισε η Ντάνια Θάφερ, επικεφαλής της δεξαμενές σκέψης Gulf International Forum με έδρα την Ουάσιγκτον.
«Ένα αποδυναμωμένο Ιράν σημαίνει ένα ενισχυμένο Ισραήλ», πρόσθεσε. «Οι ΗΠΑ παραμένουν ο σημαντικότερος σύμμαχος, αλλά έχουν πλέον λιγότερη αξιοπιστία».
Ποιος κερδίζει από την παράταση των πολέμων;
Είναι σαφές ότι η παράταση της σύγκρουσης με το Ιράν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Πούτιν. Όσο περισσότερο διαρκεί, τόσο λιγότερη προσοχή και όπλα θα φτάνουν στο Κίεβο.
«[Ο Πούτιν] θα δει αδυναμία στη Δύση, αδυναμία από τον Τραμπ, και θα σκεφτεί ότι μπορεί να αποσπάσει καλύτερες παραχωρήσεις από την Ουκρανία. Αυτό σημαίνει ότι ο πόλεμος θα διαρκέσει περισσότερο», σχολιάζει ο Τίμοθι Ας, ειδικός για τη Ρωσία στη βρετανική δεξαμενή σκέψης Chatham House.
Σε αυτό το γεωπολιτικό σκάκι, η Ουκρανία προσπαθεί να αποδείξει την αξία της ως «εμπροσθοφυλακή» μιας στρατιωτικής τεχνολογικής επανάστασης μέσω των drones, που έμαθε να κατασκευάζει λόγω της ρωσικής επιθετικότητας, ελπίζοντας πως η Δύση δεν θα την εγκαταλείψει οριστικά για χάρη της φλεγόμενης Μέσης Ανατολής.
Και το συμπέρασμα είναι σαφές: όσο ο ένας πόλεμος συνεχίζεται, τροφοδοτεί τον άλλον — δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο αστάθειας που εκτείνεται από την Ευρώπη έως τη Μέση Ανατολή.
Με πληροφορίες από: New Yorker, SpecialEurasia
